|
ΚΕΚ/ΙΝΕ - ΓΣΕΕ 2009 - 2012 © copyright. All rights reserved | Created by ΙΝΕ GSEE |
Η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας σήμερα χαρακτηρίζεται ως αρκετά σοβαρή, με την έννοια ότι εκτός του υπερβολικού δημόσιου ελλείμματος και δημοσίου χρέους πλήττεται και από έντονη ανισοκατανομή του εισοδήματος, την υψηλή ανεργία και την τεχνολογική και καινοτομική κατάρρευση της παραγωγικής βάσης. Με αυτά τα δεδομένα, η οδός διάσωσης προϋποθέτει συνεκτικές και στοχοθετημένες παρεμβάσεις βραχυπρόθεσμου και μεσο-μακροπρόθεσμου χαρακτήρα, προκειμένου κατά την περίοδο 2011-2015 να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις αποκατάστασης των προαναφερόμενων διαρθρωτικών ανισορροπιών.
Η αναταραχή στις χρηματαγορές συνεχίζει να ασκεί ισχυρή πίεση σε αρκετά Κράτη Μέλη της ευρωζώνης, εξαναγκάζοντας τα να πληρώνουν υψηλά επιτόκια στην παγκόσμια αγορά ομολόγων. Σε πολλές χώρες, κι όχι μόνο σ' αυτές που αντιμετωπίζουν άμεσα προβλήματα, αυτή η κατάσταση χρησιμοποιείται ως άλλοθι για την επιβολή περισσότερης "ελαστικότητας" των αμοιβών και για επιθέσεις κατά των θεσμοθετημένων φορέων της αγοράς εργασίας με την πρόφαση ότι κρατούν σταθερές τις αμοιβές και ότι υποστηρίζουν τις διαπραγματευτικές θέσεις των εργαζομένων και των συνδικάτων.
Οι εξελίξεις στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων που διαμορφώνονται στην Ελλάδα μετά από την επιβολή του μνημονίου συνιστούν την επίτευξη ενός στόχου που έχει δρομολογηθεί κατά την τελευταία 20ετία από διεθνείς και εθνικούς κύκλους ισχυρών οικονομικών συμφερόντων, και υλοποιείται με αφορμή και άλλοθι την κρίση και το μνημόνιο. Οι αλλαγές που συντελούνται εντάσσονται στο ίδιο πνεύμα των «μεταρρυθμίσεων» των δύο τελευταίων δεκαετιών υπό την επίκληση του στόχου της ανταγωνιστικότητας που μεταφράζεται με όρους μείωσης και συμπίεσης των δαπανών για την εργασία αβέβαιης αποτελεσματικότητας, πέραν της διασφάλισης της αυξημένης κερδοφορίας του κεφαλαίου, της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και του συστήματος κοινωνικής προστασίας καθώς και της επέκτασης της επισφάλειας και ανασφάλειας στους κόλπους των εργαζομένων.
Η διεθνής, η ευρωπαϊκή και η ελληνική οικονομία πλήττονται από το φθινόπωρο του 2008, από μία νέων διαστάσεων οικονομική κρίση και ύφεση, με την έννοια των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και επιπτώσεων, σε σύγκριση με τις συντελούμενες οικονομικές κρίσεις κατά τον 20ο αιώνα. Πράγματι, η σημερινή κρίση ξεκίνησε ως κρίση ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου (χρηματοπιστωτική), μετεξελίχθηκε διεθνώς σε κρίση της πραγματικής οικονομίας (οικονομική κρίση και ύφεση) και εξελίσσεται σε κρίση απασχόλησης με μεγάλη αύξηση της ανεργίας η οποία διεθνώς αλλά και στην Ευρώπη και στην χώρα μας αναμένεται να
φθάσει κατά το 2011 (14,6%), 2012 (14,8%) και 2013 (14,3%) σε πολύ υψηλά επίπεδα.
Ιστορικά, η ανάπτυξη και καθιέρωση της Συνδικαλιστικής Εκπαίδευσης και Επιμόρφωσης, ιδίως στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού (Ευρώπη, ΗΠΑ), συνδέθηκε και άντλησε εμπειρία από τις διάφορες προσεγγίσεις και σχολές που αναπτύχθηκαν στο πεδίο της Εκπαίδευσης Ενηλίκων (Ε.Ε.), εντάσσοντάς την και προσαρμόζοντας την βεβαίως, στις ιδιαίτερες ανάγκες, συνθήκες και εθνικές ιδιαιτερότητες κάθε συνδικάτου, προσδίδοντάς της και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που εξελίσσονται μέσα στο χρόνο.
Κάτι το παράξενο συμβαίνει ενώ συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε σοβαρά προβλήματα σε ότι αφορά την τήρηση των αποφάσεων για τα δημόσια έσοδα και για την επίτευξη των στοιχείων του προγράμματος λιτότητας που περιλαμβάνεται στον Ν. 3845/10 (Μνημόνιο): ενώ η μείωση των εισοδημάτων των μισθωτών και των συνταξιούχων, καθώς και η αύξηση της ανεργίας θεωρούνται μοιραία αποτελέσματα των πολιτικών διαχείρισης της δημοσιονομικής κρίσης, η αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης και πόσο μάλλον η αναδιανομή του εισοδήματος μέσω της φορολογίας, για τον δικαιότερο καταμερισμό του κόστους της προσαρμογής, αντιμετωπίζονται ως αδύνατες ή αδιανόητες επιλογές.
Μετά την συμφωνία της ελληνικής κυβέρνησης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που επικυρώθηκε με την υπογραφή του Μνημονίου για την ενεργοποίηση του μηχανισμού «στήριξης» της ελληνικής οικονομίας, η οικονομική πολιτική ασκείται αποκλειστικά στη κατεύθυνση της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας για τη μείωση των δημοσίων δαπανών και ελλειμμάτων.
Η μετεξέλιξη της χρηματοπιστωτικής οικονομικής κρίσης σε κρίση της πραγματικής οικονομίας είναι πλέον αδιαμφισβήτητη, καθώς οι επιπτώσεις της διαπερνούν τον παραγωγικό ιστό όλων των οικονομιών. Η αναμενόμενη διάρκεια της οικονομικής κρίσης που δύσκολα μπορεί να προβλεφτεί με αποτέλεσμα η έξοδος από αυτήν να μην είναι άμεσα ορατή, καθώς επίσης οι ολοένα και περισσότερες απόψεις των αναλυτών ότι η ανάκαμψη των οικονομιών θα είναι αργή και ότι θα συμβαδίζει πλέον με υψηλά ποσοστά ανεργίας, δημιουργεί τον κίνδυνο να μετατραπεί η υψηλή ανεργία σε «διαρθρωτικής φύσεως», δηλαδή σε«πάγιο» χαρακτηριστικό της οικονομίας.
Οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των κυρίαρχων πολιτικών κύκλων στην Ελλάδα την τελευταία 20ετία, προσδοκούν την σταθεροποίηση της ευρωπαϊκής και της ελληνικής οικονομίας με μείωση των μισθών και των εισοδημάτων, με απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και αποδόμηση του συστήματος κοινωνικής προστασίας, με καταμέτωπη επίθεση όχι μόνο στα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα αλλά και στους αρμούς των οργανωμένων ευρωπαϊκών θεσμών, oι οποίοι ως ένα βαθμό εξασφαλίζουν την κοινωνική συνοχή, με αποτέλεσμα τον κοινωνικό κατακερματισμό, την αβεβαιότητα και την συρρίκνωση των προσδοκιών.
Η σημαντική αύξηση της ανεργίας η οποία κινείται πλέον με διψήφιο ποσοστό (11,7%), με τους ανέργους να πλησιάζουν τους 570.000 άνδρες και γυναίκες, η μείωση της απασχόλησης και της μισθωτής εργασίας με την συνακόλουθη μείωση της πλήρους και της μόνιμης απασχόλησης, η αύξηση των απολύσεων και το αρνητικό ισοζύγιο στην αναπλήρωση των θέσεων εργασίας, είναι οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην χώρα μας καθ’ όλη την διάρκεια του 2009 η οποία συνεχίστηκε και κατά το Α΄ τρίμηνο του 2010.