Η σύγχρονη διαδικασία διεθνοποίησης που συμπίπτει με το τέλος του προηγούμενου και την απαρχή του νέου αιώνα, προσδίδει νέες προκλήσεις και νέα χαρακτηριστικά στοιχεία στις οικονομικές και κοινωνικές όψεις του διεθνούς και ευρωπαϊκού συστήματος. Οι νέες προκλήσεις και τα νέα στοιχεία για τις διεθνείς πολιτικές, αφορούν στη μεταβολή του προτύπου της κρατικής παρέμβασης στις αγορές αγαθών, χρήματος και εργασίας, σ’ ένα πρότυπο φιλελευθεροποίησής τους, διεθνοποίησης των αγορών
κεφαλαίου και χρήματος και αυτονόμησής τους από την πραγματική οικονομία. Όμως, οι νέες προκλήσεις και τα νέα στοιχεία για τον κόσμο της εργασίας, αφορούν στην διαμόρφωση ενός νέου αναπτυξιακού υποδείγματος και μιας νέας στόχευσης της αναπτυξιακής στρατηγική, που δεν είναι άλλη από την επίτευξη της πραγματικής σύγκλισης και της βελτίωσης του επιπέδου της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας. Η νέα αυτή αναπτυξιακή στρατηγική προϋποθέτει την ενεργοποίηση των κοινωνικών και
παραγωγικών δυνάμεων της χώρας μας, ξεπερνά τα εθνικά μας σύνορα, αφού μετά την κυκλοφορία του ευρώ και την διεύρυνση της ευρωπαϊκής ένωσης, κεντρικό αίτημα των κοινωνικών και οικονομικών φορέων της Ένωσης αναδεικνύεται η αναγκαιότητα της βελτίωσης της οικονομικής και κοινωνικής ευημερίας των ευρωπαίων πολιτών. Η κατεύθυνση και το περιεχόμενο αυτής της αναπτυξιακής στρατηγικής, προϋποθέτει την βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, οι προσδιοριστικοί παράγοντες της οποίας είναι η ποιότητα και το επίπεδο των αναπτυξιακών και κοινωνικών υποδομών, η ποιότητα των προϊόντων, η παραγωγικότητα του κεφαλαίου, η οργάνωση της εργασίας και της διοίκησης, η τεχνολογία, η έρευνα, η εκπαίδευση κλπ. και όχι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας τιμής που ενδιαφέρει μόνο τις επιχειρήσεις
που προσπαθούν να την επιτύχουν, κυρίως, με την απελευθέρωση της αγοράς εργασίας και τον περιορισμό προστασίας της απασχόλησης. Από την άποψη αυτή, είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της χώρας μας, όπου ενώ το μοναδιαίο κόστος εργασίας μεταξύ των ετών 1981 και 2004 μειώθηκε περίπου κατά 25% σε πραγματικούς όρους, εντούτοις η εξέλιξη αυτή δεν εμπόδισε την διαρκή επιδείνωση του επιπέδου ανταγωνιστικότητας, όπως αυτή εμφανίζεται στις επιδόσεις της χώρας στο διεθνές εμπόριο.
Πως όμως εξηγείται αυτή η εξέλιξη της μη μετατροπής της μείωσης του κόστους εργασίας σε αύξηση του επιπέδου ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας; Εξηγείται, κατά την γνώμη μας, από το γεγονός ότι μεταξύ των δύο μεγεθών (κόστος εργασίας και ανταγωνιστικότητας) υπάρχει πολύ ασθενής σχέση εξάρτησης. Έτσι, η μείωση του κόστους εργασίας, οδήγησε σε άνοδο των κερδών και σε αύξηση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας, η κατάσταση του οποίου πρέπει να προβληματίσει σοβαρά την αναπτυξιακή και οικονομική πολιτική. Κατά συνέπεια, η αύξηση των ελληνικών εξαγωγών και η διεύρυνση του μεριδίου στις αγορές προορισμού, προϋποθέτουν την μείωση των περιθωρίων κέρδους και μεσο
μακροπρόθεσμα τη βελτίωση της ποιότητας και της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας καθώς και την διαφοροποίηση της διάρθρωσης των εξαγωγών. Διαφορετικά, εάν οι εξαγωγικές επιδόσεις της χώρας μας παραμείνουν μέτριες, τότε η χρηματοδότηση του διευρυνόμενου ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα πραγματοποιηθεί από πόρους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην διαδικασία της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, στην κατεύθυνση επίτευξης της πραγματικής σύγκλισης. Η προοπτική αυτή της πραγματικής σύγκλισης θεωρούμε ότι αποτελεί την κυρίαρχη πρόκληση της ελληνικής οικονομίας, ιδιαίτερα μάλιστα την περίοδο μέχρι το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας, όπου ο στόχος βελτίωσης του επιπέδου της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας με την επίτευξη της οικονομικής και κοινωνικής σύγκλισης, απαιτείται,
κατά τη γνώμη μας, να κατέχει σημαντική θέση στις οικονομικές και κοινωνικές επιλογές της χώρας μας. Αντίθετα, τα πρόσφατα μέτρα πολιτικής της κυβέρνησης που αναφέρονται στην ιδιωτικοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων προκειμένου να χρηματοδοτηθούν τα δημόσια ελλείμματα και οι διαρθρωτικές αλλαγές ευελιξίας και μείωσης του κόστους εργασίας για την βελτίωση του επιπέδου ανταγωνιστικότητας, αδυνατούν να επιτύχουν την βραχυχρόνια ισορροπία των δημοσιονομικών και μακρο-οικονομικών μεγεθών. Ταυτόχρονα, αδυνατούν να δημιουργήσουν τις αναγκαίες προϋποθέσεις της μεσο-πρόθεσμης
ισορροπίας των αναπτυξιακών-επενδυτικών αδυναμιών καθώς και των κοινωνικών και εισοδηματικών ανισοτήτων αφού ελαχιστοποιούνται στην λειτουργία της οικονομίας οι προσδοκίες της ζήτησης. Επιπλέον, τα μέτρα αυτά δεν στέφονται από επιτυχία εξαιτίας της συμπεριφοράς των οικονομικών υποκειμένων (επιχειρήσεις, νοικοκυριά) στην χώρα μας. Η συζήτηση στο Εθνικό Συμβούλιο Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας (ΕΣAΑ) και στην ελληνική κοινωνία για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας πραγματοποιείται σε μία κρίσιμη στιγμή για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Η έκθεση του ΚΕΠΕ που κατατέθηκε στο ΕΣΑΑ στη συνεδρίαση της 16ης Μαΐου ως βάση συζήτησης, δεν είναι μόνο ανεπαρκής στο επίπεδο της κατανόησης των παρα-
γόντων που έχουν επηρεάσει την ανταγωνιστικότητα, αλλά θεωρεί ως μόνη δυνατή στρατηγική, μία γενικευμένη επίθεση εναντίον των εργατικών αμοιβών, των εργασιακών σχέσεων και των ασφαλιστικών δικαιωμάτων. Έτσι, θεωρήσαμε αναγκαίο ως συνδικαλιστικό κίνημα να ζητήσει η ΓΣΕΕ από το ΙΝΕ τη σύνταξη μιάς έκθεσης που θα τεκμηριώνει μία εναλλακτική ανάλυση του ζητήματος της ανταγωνιστικότητας, αλλά και μία εναλλακτική στρατηγική για την ανάπτυξη, την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και την αύξηση της απασχόλησης. Η έκθεση του ΙΝΕ υποστηρίζει ότι είναι αναγκαία αλλά είναι και δυνατή η διαμόρφωση ενός Νέου Αναπτυξιακού Υποδείγματος, το οποίο μπορεί να εξασφαλίσει την μετάβαση στην Οικονομία της Γνώσης, μέσω της υποστήριξης της καινοτόμου επιχειρηματικότητας, της αναβάθμισης των γνώσεων και των ευθυνών των εργαζομένων καθώς και της αποτελεσματικότερης λειτουργίας του δημόσιου τομέα της οικονομίας. Τέλος, ελπίζουμε ότι η Έκθεση αυτή θα επιτύχει τον στόχο της, αποτελώντας χρήσιμο εργαλείο για τα συνδικαλιστικά στελέχη, τους εργαζόμενους, τους πολίτες και τους επιστήμονες, ειδικότερα δε για τα μέλη του ΕΣΑΑ και τους φορείς τους οποίους εκπροσωπούν.
Πρόλογος του Χρήστου Πολυζωγόπουλου, Προέδρου του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ
Βασικά Συμπεράσματα
Κεφάλαιο 1ο: Καθοριστικοί παράγοντες των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών 1996-2004
1.1 Η ελληνική οικονομία 1996 - 2004. Τα βασικά δεδομένα
1.2 Καθοριστικοί παράγοντες της μεγέθυνσης του ΑΕΠ 1996-2004
1.3 Καθοριστικοί παράγοντες των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου
1.4 Καθοριστικοί παράγοντες της παραγωγικότητας της εργασίας και της απασχόλησης
1.5 Οι δύο χρηστοί κύκλοι της ελληνικής οικονομίας και η ανάπτυξη μετά το 2006
Κεφάλαιο 2ο: Οι καθοριστικοί παράγοντες της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας
2.1 Δείκτες ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας
2.2 Ο περιορισμός της εξωτερικής ισορροπίας και η ανταγωνιστικότητα
2.3 Η ανταγωνιστικότητα τιμής και τα περιθώρια κέρδους στον επιχειρηματικό τομέα της ελληνικής οικονομίας
2.4 Η ανταγωνιστικότητα τιμής και το κόστος εργασίας
2.5 Η στρατηγική της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας: κατευθυντήριες γραμμές
Κεφάλαιο 3ο: Από την ανταγωνιστικότητα του κόστους εργασίας στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της γνώσης
3.1 Εισαγωγή
3.2 Η γνώση ως συντελεστής παραγωγής
3.3 Οι παράγοντες της καινοτομίας
3.3.1 Η καινοτομία και η οικονομία της γνώσης
3.3.2 Καινοτομία και ανταγωνιστικότητα στον τουριστικό τομέα
3.3.3 Ο νέος κλάδος των τροφίμων
3.3.4 Ανάπτυξη και καινοτομία στις δραστηριότητες παραγωγής λογισμικού
3.3.5 Περιφερειακή ανάπτυξη και οικονομία της γνώσης
Κεφάλαιο 4ο: Μια νέα αναπτυξιακή στρατηγική
4.1 Εισαγωγή
4.2 Επιχειρηματικότητα και ανταγωνιστικότητα
4.3 Οι μικρο-μεσαίες επιχειρήσεις και ο στόχος της ανταγωνιστικότητας
4.4 Δημόσιος τομέας και ανταγωνιστικότητα
4.5 Ανθρώπινο δυναμικό και αγορά εργασίας
4.6 Περιφερειακές στρατηγικές
Παράρτημα: Διερεύνηση των συνθηκών εξωτερικής και εσωτερικής ισορροπίας
Βιβλιογραφία: