Η εξέλιξη των καπιταλιστικών οικονομιών προς την λεγόμενη “οικονομία της γνώσης” και η ανάδειξη της επέκτασης της “άϋλης εργασίας”, αποτελούν αλλαγές που δεν μπορεί να αγνοήσει το συνδικαλιστικό κίνημα. Ανεξάρτητα από τα συμπεράσματα που βγάζει κανείς για τις επιπτώσεις που έχουν αυτές οι αλλαγές σε οτι αφορά τη δυναμική των οικονομιών, είναι γεγονός οτι επηρεάζεται καθοριστικά η σχέση εργασίας και γνώσης, και επομένως τόσο οι ανάγκες σε εκπαίδευση ή κατάρτιση των εργαζομένων, όσο και η διαπραγματευτική ισχύς τους.
Τί σημαίνει όμως οτι διευρύνεται ο αριθμός των εργαζομένων που ασχολούνται με “άϋλη εργασία”, σε σχέση με αυτούς που πραγματοποιούν υλική εργασία, εργασία δηλαδή που μεταποιεί φυσικά ή επεξεργασμένα υλικά και παράγει υλικά αγαθά; Η άϋλη
εργασία ασχολείται με το περιεχόμενο και τη διαδικασία της υλικής παραγωγής, ή με υπηρεσίες που προσφέρονται σε άτομα. Ο ερευνητής στο τμήμα έρευνας και ανάπτυξης, ο προϊστάμενος, ο εργοδηγός ή ακόμα και ένας χειριστής μέσω αυτοματισμών μιας
παραγωγικής διαδικασίας συνεχούς ροής, οργανώνουν και παρακολουθούν την υλική παραγωγή, συμβάλουν στην βελτίωση της ποιότητας ή της παραγωγικότητας, χωρίς να έρχονται καμμία στιγμή σε επαφή με την υλική διαδικασία. Και η συμβολή τους αυτή δεν μπορεί να μετρηθεί παρά για το σύνολο της διαδικασίας και όχι ατομικά, παρά το γεγονός οτι είναι αναγνωρίσιμη στον χώρο εργασίας η ικανότητα ενός ατόμου να συμβάλει τόσο στην ποιότητα όσο και στην παραγωγικότητα.
Άϋλη είναι επίσης η εργασία των εργαζομένων στις υπηρεσίες. Ακόμα κι αν σε πολλές απο αυτές είναι δυνατόν να υπάρξουν μετρήσιμα αποτελέσματα, προέχει η ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών και οι προσωπικές ικανότητες που είναι αναγνωρίσι
μες αλλά όχι μετρήσιμες. Αλλά ακόμα και εργασίες χειρωνακτικές, ιδιαίτερα αυτές όπου πραγματοποιούνται τεχνολογικές ή άλλες αλλαγές, που καλούνται οι εργαζόμενοι να τις εφαρμόσουν αν όχι να τις εφεύρουν, περιλαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος άϋλης εργασί ας, η οποία μοιάζει πολύ με εργασίες διοίκησης και οργάνωσης, δηλαδή μάνατζμεντ. Εξάλλου αναγνωρίζεται από τους θεωρητικούς της οικονομίας της γνώσης, η κεντρική σημασία της παραγωγής γνώσης που πραγματοποιείται στους χώρους εργασίας, η οποία συνυπάρχει με την παραγωγή γνώσης στα εργαστήρια.
Όταν η άϋλη εργασία επεκτείνεται και δεν αφορά μόνο τα στελέχη του μάνατζμεντ των επιχειρήσεων, αλλά έναν αυξανόμενο αριθμό εργαζομένων, οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με δύο προβλήματα. Το πρώτο είναι οτι η διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων αυτών αυξάνεται κατακόρυφα, καθώς δεν ελέγχουν μόνο ένα σημαντικό μέρος των διαδικασιών διοίκησης, αλλά και ένα επίσης σημαντικό μέρος του κεφαλαίου γνώσεων της επιχείρησης. Το δεύτερο είναι οτι το παλιό σύστημα αμοιβών - πληρώνουμε τους εργάτες με βάση την υλική παραγωγή τους - δεν μπορεί να ισχύσει πλέον, καθώς ένα μέρος της δραστηριότητας δεν είναι άμεσα μετρήσιμο. Μεταβάλεται επομένως ο χαρακτήρας των διαδικασιών καθορισμού των αμοιβών. Για ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων εμφανίζεται το εξής πρόβλημα: πώς θα οριστεί η αμοιβή μιας εργα σίας που μπορεί μόνο ποιοτικά να αξιολογηθεί;
Απέναντι σε αυτά τα προβλήματα, η σύγχρονη καπιταλιστική επιχείρηση επεδίωξε να ανακτήσει τον έλεγχο της εργασίας μέσω της εξατομίκευσης των συστημάτων αμοιβής και άν είναι δυνατόν μέσω της εξατομίκευσης των συμβάσεων εργασίας. Και μέσω της διαφοροποίησης των μισθωτών σε αυτούς που καλούνται με ικανοποιητικές αμοιβές και συνθήκες εργασίας να ταυτιστούν με την επιχείρηση, και σε αυτούς που μεταφέρονται στην περιοχή της ευέλικτης και ανασφαλούς απασχόλησης και χάνουν με αυτόν
τον τρόπο τη διαπραγματευτική τους δύναμη. Η επέκταση της δεύτερης κατηγορίας μισθωτών οφείλεται και στην γενικευμένη αύξηση του μορφωτικού επιπέδου του πληθυσμού, που επιτρέπει πλέον σε όσους εργάζονται σε τέτοιες συνθήκες να προσαρμό-
ζονται εύκολα στις μεταβολές του αντικειμένου της εργασίας και των τεχνολογικών και οργανωτικών καταστάσεων.
Τα χαρακτηριστικά της άϋλης εργασίας, οι οργανωτικές και διοικητικές δραστηριότητες, η συμβολή στην καινοτομικότητα και στις τεχνολογικές μεταβολές, αναπτύσσονται παράλληλα με την ενίσχυση του συλλογικού και επικοινωνιακού χαρακτήρα της εργα-
σίας. Αυτή η εξέλιξη αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία μπορεί και πρέπει να αναπτυχθεί ένας συνδικαλισμός νέου τύπου, ικανός να εκφράσει αυτή τη νέα συλλογικότητα στους χώρους εργασίας. Το γεγονός όμως οτι η οργάνωση των μισθωτών περνάει από
τις αμυντικές μισθολογικές διεκδικήσεις στο περιθώριο των γνωστικών διαδικασιών, στην έκφραση του κεντρικού πλέον ρόλου των εργαζομένων σε ότι αφορά την ποιότητα και τον προσανατολισμό της παραγωγικής διαδικασίας, ανοίγει με πρωτόγνωρο τρόπο τις δυνατότητες παρέμβασης του συνδικαλισμού νέου τύπου. Μιας παρέμβασης που μπορεί να επεκταθεί στην ποιότητα παραγωγής και προϊόντων, και επομένως στη συνεργασία με δυνάμεις της κοινωνίας σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο, για τη ίδια τη σκοπιμότητα ή τον χαρακτήρα της παραγωγής.
1. Εισαγωγή
2. Καταμερισμός της γνώσης στον φορντισμό και κριτική του καπιταλισμού
3. Η έκρηξη της άϋλης εργασίας
4. Ταξικές συγκρούσεις για τη γνώση
5. Επίλογος
Βιβλιογραφία
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α΄
Η ειδικότητα του χειριστή παραγωγής: αναβάθμιση των γνώσεων και επαγγελματική αναγνώριση
Εισήγηση του Κλαδικού Ινστιτούτου Εργασίας Πετρελαίου και Χημικής Βιομηχανίας
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β΄
Το δημοσιογραφικό επάγγελμα μπροστά στην κοινωνία της γνώσης ΙΝΕ ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ