ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΑΝΕΡΓΟΙ
Παναγιώτης Σούλιος[1]
Κώστας Μπουκουβάλας[2]
Το κείμενο διαπραγματεύεται τη σχέση οικογένειας και ανέργων. Ειδικότερα επιχειρεί να διερευνήσει το βαθμό παρέμβασης οικογένειας στη συντήρηση των ανέργων μελών της και να καταγράψει τις επιπτώσεις αυτής της παρέμβασης.
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η εύρυθμη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ικανού αριθμού ανέργων, για να διατηρείται η ασυμμετρία ή αλλιώς η διαφορικότητα εξουσίας, μεταξύ των πλευρών της αγοράς εργασίας, από την οποία απορρέει η εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης και καθίσταται δυνατή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος. (Οφφε, 1993,34).
Το σώμα αυτό των ανέργων ή αλλιώς ο εφεδρικός, κατά την ορολογία του Μαρξ, στρατός, προκύπτει, εν τέλει, από την αδυναμία της πλευράς της προσφοράς να προσαρμόσει την συνολικά προσφερόμενη ποσότητα εργατικής δύναμης στο ύψος της ζήτησης. Οι λόγοι έγκεινται στο ότι η απόφαση για να παραχθεί η εργατική δύναμη δεν λαμβάνεται σε επιχειρήσεις αλλά σε οικογένειες για τις οποίες τα κίνητρα είναι αρκετά διαφορετικά από το κίνητρο προσδοκώμενης ικανότητας πώλησης (Οφφε, 1993,42), η παραγωγή της δεν ρυθμίζεται από τον κάτοχό της με κριτήριο την αποδοτικότητα κέρδους (Καστοριάδης,1991,319), στο ότι, εν τέλει, η εργατική δύναμη είναι κατά πλάσμα εμπόρευμα (Polanyi,1957,72).
Η ευεργετική, για την λειτουργία του συστήματος, παρουσία των ανέργων προϋποθέτει την συντήρησή τους, τη φυσική δηλ. διατήρησή τους κατά την διάρκεια της ανεργίας. Η συντήρηση αυτή είναι αδύνατον να εξασφαλισθεί στα πλαίσια της αγοράς εργασίας διότι στην περίπτωση αυτή η πλευρά της ζήτησης, δηλ. οι εργοδότες, θα ήσαν υποχρεωμένοι να συντηρούν τους ανέργους, να συνάπτουν δηλ. μαζί τους δεσμούς προσωπικούς, καταναγκαστικούς, κάτι που αντίκειται στην λογική του καπιταλισμού, η οποία προϋποθέτει την ελεύθερη διαπραγμάτευση της εργατικής δύναμης, ενώ παραπέμπει σε προγενέστερα του καπιταλισμού συστήματα.(Μαρξ,1963,738).
Η εξασφάλιση της συντήρησης, με ίδιους πόρους από την πλευρά των ανέργων, με την αποταμίευση λ.χ. μέρους του μισθού κατά την περίοδο της απασχόλησης, έχει περιορισμένη έκταση και αφορά ένα μικρό μέρος ανώτερων στελεχών.
Ως εκ τούτου δύο τινά μπορεί να συμβούν, είτε η συντήρηση των ανέργων να ανατεθεί στην καλή τους μοίρα, πράγμα επικίνδυνο, ή να αναληφθεί από εξωαγοραίους θεσμούς. Η λειτουργία των θεσμών αυτών είναι εξ ορισμού σύνθετη καθώς πρέπει αφ΄ ενός να εξασφαλίζουν την ευεργετική για το σύστημα παρουσία των ανέργων, αφ΄ ετέρου με την παρέμβασή τους να μην θέτουν υπό αμφισβήτηση την κυριαρχία της πλευράς της ζήτησης. Ως τέτοιους θεσμούς μπορούμε να αναφέρουμε το κράτος και την οικογένεια.
Η παραπάνω συμπεριφορά, όσον αφορά το κράτος, εύκολα διατυπώνεται, μέσω των πολιτικών ένταξης και αποκλεισμού, των κινήτρων και των ποινών που μπορεί να επιβάλλει. (Γράβαρης,1991,3). Ο ρόλος, όμως, της οικογένειας είναι πολυπλοκότερος, καθώς συναρτάται με την κοινωνική της θέση, τους δεσμούς μεταξύ των μελών, τα χαρακτηριστικά του υπό ένταξη μέλους κλπ. Ενδέχεται δηλ. η παρέμβαση της οικογένειας να θέσει υπό αμφισβήτηση την ισχύ της πλευράς της ζήτησης υπό την έννοια ότι η παρέμβασή της υπέρ του ανέργου μέλους της μπορεί, ανάλογα την κοινωνική της θέση, να αυξήσει την διαπραγματευτική του ισχύ εντός της αγοράς εργασίας.
Στόχος της διαπραγμάτευσης που ακολουθεί είναι η ανάδειξη της οικογένειας, ως θεσμού συντήρησης ανέργων και η καταγραφή των επιπτώσεων στην εργασιακή συμπεριφορά των ανέργων και την αγορά εργασίας.
2. Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΘΕΣΜΟΣ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ
Η οικογένεια, λόγω των ισχυρών δεσμών που αναπτύσσει μεταξύ των μελών της, διαδραματίζει κομβικό ρόλο, σε οικονομικό, κοινωνικό, και πολιτικό επίπεδο.
Οι ισχυροί αυτοί δεσμοί λαμβάνουν πολλές μορφές: την βοήθεια στην καθημερινή ζωή (φύλαξη παιδιών, ψώνια, μαγείρεμα), την προστασία των ηλικιωμένων μελών, καθώς και παρεμβάσεις όπως η διατύπωση στρατηγικών που αφορούν την εκπαίδευση, τον γάμο, την απόκτηση κατοικίας, την απασχόληση στο δημόσιο, τις κληρονομιές κλπ., παρεμβάσεις που έχουν καταγραφεί στην βιβλιογραφία. Όσον αφορά όμως την παρέμβαση της οικογένειας στην στήριξη των ανέργων μελών της οι αναφορές είναι περιορισμένες, μία έλλειψη εν πολλοίς δικαιολογημένη καθώς μέχρι προσφάτως η ανεργία ήταν καθηλωμένη σε χαμηλά ποσοστά. Ως σημαντικές αναφορές, όσον αφορά την ελληνική πραγματικότητα, μπορούμε να αναφέρουμε τις ακόλουθες: Π. Πιζάνιας (Πιζάνιας,1993,99) μέσω της ιστορικής καταγραφής των πρακτικών επιβίωσης στην Ελλάδα κατά τον μεσοπόλεμο, επισημαίνει την βαρύτητα των οικογενειακών σχέσεων έναντι των φιλικών δεσμών. Η Τζ. Καβουνίδου(Καβουνίδου,1996,182) στην μελέτη της σε 57 νοικοκυριά, κατά τα έτη 1981-1982, αναφερόμενη στο ευρύτερο πλαίσιο ανταλλαγής βοήθειας μεταξύ των συγγενών σε δύσκολες καταστάσεις όπως η απώλεια μισθωτής εργασίας ή της χρεοκοπίας της επιχείρησης, επισημαίνει ότι οι κρίσεις αυτές ξεπερνιούνται χωρίς τη βοήθεια των συγγενών καθώς η μελέτη πραγματοποιείται σε εποχή χαμηλών ποσοστών ανεργίας. Σε μελέτη της Λ. Μαράτου κ.α.(Μαράτου κ.α.1995,172 ) με αντικείμενο τα κοινωνικά δίκτυα στην περίπτωση των εσωτερικών μεταναστών, στην περιοχή του Πειραιά, επισημαίνεται η παρέμβαση της οικογένειας στη συντήρηση των ανέργων μελών της. Έρευνα στα πλαίσια το Ευρωπαϊκού προγράμματος poverty επιβεβαιώνει την παρέμβαση της οικογένειας στη συντήρηση των ανέργων μελών της.
Η παρέμβαση της οικογένειας υπέρ των ανέργων μελών, βεβαίως, δεν είναι ιδιαιτερότητα της ελληνικής κοινωνίας αλλά παρατηρείται σε κάθε χώρα ανεξαρτήτως του κοινωνικού μοντέλου που αυτή υιοθετεί. Και εάν αυτό είναι περίπου αυτονόητο για τις Μεσογειακές χώρες, εν τούτοις δεν ελλείπει από χώρες οι οποίες συγκαταλέγονται στο αγγλοσαξονικό ή σκανδιναβικό μοντέλο κοινωνικής προστασίας. Έρευνα ήδη από το 1957 των Wilmott and Young η οποία πραγματοποιήθηκε σε εργατική συνοικία του ανατολικού Λονδίνου, δείχνει την παρέμβαση της οικογένειας στη συντήρηση των ανέργων. Η μελέτη της L. Morris (Morris,1983,241) μεταξύ 40 απολυθέντων στην Ν. Ουαλία κατά το 1980, δείχνει ότι το συγγενικό περιβάλλον είχε παράσχει βοήθεια στα άνεργα μέλη της. Σε έρευνα των M. Resenweig and K. Wolpin στις ΗΠΑ το 1993 παρουσιάζεται ότι το 40% των λευκών ανδρών ηλικίας 18-31 ετών, έχουν δεχθεί οικονομική βοήθεια από τους γονείς. Η υποστήριξη της οικογένειας είναι επίσης παρούσα, αν και σε μικρότερο βαθμό, σε χώρες όπου το κοινωνικό κράτος παίζει σημαντικότερο ρόλο στην υποστήριξη των ανέργων όπως για παράδειγμα στην Γερμανία.
Βέβαια το πλαίσιο, εντός του οποίου αναπτύχθηκαν οι έντονοι οικογενειακοί δεσμοί, διαφοροποιείται δραματικά την τελευταία περίοδο, με τα σημαντικότερα στοιχεία που συνθέτουν αυτήν την διαφοροποίηση να εστιάζονται στην αυξημένη κινητικότητα των παραγωγικών συντελεστών, ειδικά της εργασίας, η οποία λαμβάνει χώρα σε αυτό που σχηματικά αποκαλείται παγκοσμιοποίηση, στην πτώση των καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης, στο άνοιγμα της Κίνας στις διεθνείς αγορές, στην οικονομική και κοινωνική κατάρρευση της Αφρικής, στοιχεία που προκαλούν, πέρα των άλλων, τη μετακίνηση εκατομμυρίων ανθρώπων, κυρίως υπό την μορφή λαθρομεταναστών. Η νέα πραγματικότητα που δημιουργείται επιφέρει αλλαγές στην αγορά εργασίας με κύρια χαρακτηριστικά την απορύθμισή της, τα υψηλά ποσοστά ανεργίας και την αυξημένη εργασιακή ανασφάλεια και ως εκ τούτου, στο νέο αυτό πλαίσιο που αναδύεται, η διερεύνηση των οικογενειακών δεσμών, ειδικά στον τομέα της στήριξης των ανέργων μελών, αποκτά νέο ενδιαφέρον.
Τα εμπειρικά δεδομένα του παρόντος αποτελούν επεξεργασία στοιχείων που προέκυψαν από έρευνα που διεξήχθη κατά την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής[3] του υπογράφοντος.
Το θεωρητικό πλαίσιο, στη βάση του οποίου σχεδιάσθηκε η έρευνα και ερμηνεύθηκαν τα δεδομένα, προέκυψε από τις θεωρητικές επεξεργασίες του P. Bourdieu. Η οικογένεια κατά τον P. Bourdieu παίζει έναν καθοριστικό ρόλο στην διατήρηση της κοινωνικής τάξης, της αναπαραγωγής της δομής του κοινωνικού χώρου και των κοινωνικών σχέσεων. Η οικογένεια καθίσταται πραγματική ομάδα και τα μέλη της ενώνονται με δεσμούς αφοσίωσης, μέσα από συμβολικές πράξεις και συνεχείς ανταλλαγές όπως τα δώρα, οι επισκέψεις, η φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων, οι γιορτές κλπ. Οι ανταλλαγές αυτές είναι δυνατόν να ενέχουν την ουσία της ανιδιοτέλειας, της έλλειψης δηλ. συμφέροντος, μίας ανιδιοτέλειας όμως η οποία επαινείται, δηλ. αμείβεται, στο κοινωνικό πεδίο. Η λογική αυτή μπορεί να αιτιολογήσει τη βοήθεια που προσφέρει η οικογένεια σ’ ένα άνεργο μέλος της, βρίσκεται δε σε αντίθεση με την λογική η οποία εισάγει στο εσωτερικό της οικογένειας το μικρόβιο του εγωιστικού συμφέροντος που συστηματοποίησε ο G. Becker μέσω της λειτουργίας της οικογενειακής συνάρτησης χρησιμότητας, του αλτρουιστή, και των μοντέλων των ενδο και διαγενεακών μεταβιβάσεων[4].
Η οικογένεια, εν ολίγοις, προστατεύοντας την ενότητά της, μπορεί να προστατεύσει και ένα άνεργο μέλος της. Η συμπεριφορά αυτή, που αφορά τις οικογένειες όλων των κοινωνικών τάξεων, υπαγορεύεται από την ανάγκη, είτε της διατήρησης της κοινωνικής της θέσης (αποτροπή κοινωνικής έκπτωσης), είτε της κοινωνικής ανέλιξης. Οι επιπτώσεις από την επιλογή της μίας ή της άλλης στρατηγικής επί της εργασιακής συμπεριφοράς των ανέργων, όπως και ο βαθμός επιτυχίας, εξαρτάται από την κοινωνική θέση της οικογένειας η οποία είναι προϊόν του ύψους του συνολικού κεφαλαίου και των επί μέρους συνιστωσών του, ήτοι του οικονομικού, του πολιτισμικού, του κοινωνικού και του συμβολικού κεφαλαίου.
Η παρέμβαση της οικογένειας στη συντήρηση των ανέργων μελών της αναδεικνύεται, στα πλαίσια του παρόντος, μέσα από την ανάλυση τριών παραμέτρων: α) την οικονομική στήριξη κατά την διάρκεια της ανεργίας, β) την ηθική στήριξη και γ) την παροχή στέγης.
2.1. Η οικονομική στήριξη των ανέργων
Η επιβίωση των ανέργων κατά τη διάρκεια της ανεργίας θα ήταν αδύνατη χωρίς την
συμβολή της οικογένειας. Η παρέμβασή της είναι καθοριστική τόσο για τους έχοντες κατώτερη κοινωνική καταγωγή, δηλ. τους προερχόμενους από χειρώνακτες, όσο και για τους γόνους των μη χειρωνακτών.
ΓΡΑΦΗΜΑ 1: Η οικονομική στήριξη των ανέργων

Από τα δεδομένα του γραφήματος 1 προκύπτει ότι το σύνολο σχεδόν των ανέργων (95.9%), στηρίζονται πρωτίστως στην οικογένεια για την επιβίωσή τους. Η στήριξη αυτή είναι πανομοιότυπη και για τις δύο κοινωνικές κατηγορίες, 95.2% για τους προερχόμενους από τους χειρώνακτες και 97.1% για τους γόνους των μη χειρωνακτών. Ωστόσο όσον αφορά τις υπόλοιπες πηγές στήριξης παρατηρούνται διαφοροποιήσεις καθώς οι προερχόμενοι από τους μη χειρώνακτες έχουν ως συμπληρωματικό τρόπο επιβίωσης την κατοχή άλλων εισοδημάτων ενώ οι προερχόμενοι από τους χειρώνακτες στηρίζονται στην αποζημίωση και στη λήψη επιδομάτων ανεργίας. Σημαντική θέση στην επιβίωση των ανέργων κατέχει η ύπαρξη οικονομιών τις οποίες διατηρούν οι εκπρόσωποι και των δύο κοινωνικών κατηγοριών, 20.3% για τους γόνους των μη χειρωνακτών και 19.4% για τους προερχόμενους από χειρώνακτες γονείς.
Η συνδρομή των φίλων και γνωστών στην επιβίωση κατά την διάρκεια της ανεργίας εμφανίζεται μικρή και για τις δύο κοινωνικές κατηγορίες, 13.0% για τους προερχόμενους από τους μη χειρώνακτες και 16.1% για τους προερχόμενους από τους χειρώνακτες. Υπερισχύουν δηλ. οι ισχυροί δεσμοί (strong ties), οι οποίοι εκφράζονται από τις συγγενικές σχέσεις έναντι των ασθενών δεσμών (weak ties) οι οποίοι εκφράζονται από τους φιλικούς δεσμούς.
Η καταλυτική παρουσία της οικογένειας στη στήριξη των ανέργων αναδεικνύεται από την στήριξη που αυτή παρέχει στα μέλη της που έχουν επιλέξει να διαμένουν μόνοι. Από τα δεδομένα του γραφήματος 2 προκύπτει ότι οι διαμένοντες μόνοι άνεργοι ακολουθούν ένα διαφορετικό πρότυπο επιβίωσης, σε σχέση με τους διαμένοντες στα όρια της οικογένειας. Το πρότυπο αυτό βασίζεται σε μια ποικιλία υποστηριγμάτων μεταξύ των οποίων οι φιλικοί ή ασθενείς δεσμοί έχουν έντονη παρουσία. Εν τούτοις και στην περίπτωση αυτή η παρέμβαση της οικογένειας είναι καθοριστική για την επιβίωσή τους.
ΓΡΑΦΗΜΑ 2: Τρόποι επιβίωσης για τους διαμένοντες μόνοι

2.2. Η ηθική στήριξη των ανέργων
Η ανεργία, όπως και ο φόβος για την απώλεια της εργασίας, προκαλεί αρνητικές παρενέργειες τόσο στους ίδιους τους ανέργους όσο και στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον. Οι βιώνοντες αρνητικά την κατάσταση της ανεργίας πλήττονται στον πιο ευαίσθητο σημείο της προσωπικής τους υπόστασης: στην αίσθηση της ατομικής επάρκειας και αυτοπεποίθησης (Γ. Λεχουρίτης,1996). Από έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην Εύβοια για τις επιπτώσεις της ανεργίας στην ψυχική υγεία των ανέργων (Σ. Στυλιανίδης, 2005), βρέθηκε ότι το 26% των ανέργων πάσχει από κατάθλιψη, το αυτοκτονικό ρίσκο, στο σύνολο των ανέργων, αγγίζει το 20% όταν στο σύνολο του πληθυσμού το ποσοστό ανέρχεται στο 7%.
Οι όντως σημαντικές επιπτώσεις της ανεργίας στην ψυχική υγεία των ανέργων φαίνεται, όμως, ότι απαλύνονται από την ηθική και ψυχολογική στήριξη που παρέχει αφειδώς η οικογένεια. Από τα δεδομένα του γραφήματος 3 παρατηρείται ότι η συντριπτική πλειονότητα των ανέργων και των δύο κοινωνικών κατηγοριών δηλώνει ότι έχει σε μεγάλο ή ικανοποιητικό βαθμό την ηθική στήριξη της οικογένειας (άνω του 90%), ενώ ελάχιστοι είναι εκείνοι που δηλώνουν ότι δεν έχουν καμία ηθική στήριξη(1.5%). Η οικογένεια, λειτουργώντας ως αντίβαρο στην άσχημη ψυχολογική κατάσταση που βιώνει ο άνεργος, του επιτρέπει να παραμείνει «ζωντανός» στην αναζήτηση εργασίας και στην επιτυχή ένταξη στην αγορά εργασίας.
ΓΡΑΦΗΜΑ 3 : Η ηθική στήριξη των ανέργων

2.3. Η διαμονή των ανέργων
Το να ζει κάποιος μόνος είναι περισσότερο σύνηθες για τις χώρες της βόρειας Ευρώπης και λιγότερο για τις Μεσογειακές χώρες. Συγκεκριμένα για χώρες όπως η Σουηδία το ποσοστό των ατόμων που ζουν χωρίς συγγενείς ανέρχεται στο 24.0%, στη Νορβηγία ανέρχεται στο 19.0%, στη Δανία στο 17.0% και στη Φινλανδία στο 15.0%, ενώ για τις μεσογειακές χώρες, όπως η Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό είναι 7.0%, για την Ιταλία είναι 8.0%, για την Πορτογαλία και την Ισπανία 4.0%. Ο Ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στο 10.0% (Eurostat, 1996).
ΓΡΑΦΗΜΑ 4 : Η διαμονή των ανέργων

Η παραπάνω εικόνα επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση των ανέργων. Σύμφωνα με το γράφημα 4 η διαμονή των μη εγγάμων ανέργων στα όρια της οικογενειακής εστίας είναι περίπου καθολική, αν και με διαφοροποιήσεις, καθώς οι καταγόμενοι από μη χειρώνακτες φαίνεται ότι διαβιούν μόνοι τους με μεγαλύτερη συχνότητα (10.0%) σε σχέση με τους καταγόμενους από χειρώνακτες(4.70%). Επί πλέον, πέραν του γεγονότος ότι τα άτομα ζουν στα πλαίσια της οικογένειας, θα πρέπει να τονισθεί ότι στο μεγαλύτερο ποσοστό κατοικούν και σε ιδιόκτητες κατοικίες. Ειδικά για την Ελλάδα το ποσοστό ιδιοκατοίκησης ανέρχεται στο 80.0% περίπου όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 60.0% (Statistics in fokus, 1997,9).
H διαμονή, επομένως, στα όρια της οικογένειας, όπως και η κατοχή ιδιόκτητης στέγης, θα πρέπει να θεωρηθούν βασικές στρατηγικές εξασφάλισης κατά των κοινωνικών κινδύνων.
3. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΣΤΗΝ
ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ
Η καταλυτική παρέμβαση της οικογένειας στη συντήρηση των ανέργων μελών της προσφέρει, πέραν των άλλων, τη δυνατότητα διαμόρφωσης εργασιακών επιλογών και συγκεκριμένα α) προσφέρει τη δυνατότητα άρνησης αποδοχής οποιασδήποτε εργασίας και β) τη δυνατότητα χρονικής αναμονής.
3.1. Η δυνατότητα άρνησης εργασίας
Οι άνεργοι συντηρούμενοι στα πλαίσια του οικογενειακού περιβάλλοντος έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν θέσεις εργασίας. Οι δυνατότητες αυτές αφορούν τους γόνους και των δύο κοινωνικών ομάδων αν και παρουσιάζονται σημαντικές διαφοροποιήσεις.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το γράφημα 5, οι προερχόμενοι από τους μη χειρώνακτες παρουσιάζουν μεγαλύτερη επιλεκτικότητα καθώς έχουν τη δυνατότητα να αρνούνται σε μεγαλύτερο βαθμό προτάσεις εργασίας σε σχέση με τους καταγόμενους από τους χειρώνακτες.
ΓΡΑΦΗΜΑ 5: Θα αναλαμβάνατε οποιαδήποτε εργασία;

Αυτό το οποίο επιτρέπει την επιλεκτικότητα, όσον αφορά την θέση εργασίας, είναι η παρουσία της οικογένειας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το γράφημα 6, η οικογένεια είναι η κύρια πηγή που επιτρέπει την άρνηση οιασδήποτε εργασίας με δεύτερη τις οικονομικές δυνατότητες των ανέργων, ενώ ελάχιστη είναι η συνδρομή των φίλων και γνωστών, γεγονός που επιβεβαιώνει την υπερίσχυση των ισχυρών έναντι των ασθενών δεσμών.
ΓΡΑΦΗΜΑ 6 : Η συμβολή της οικογένειας στην άρνηση εργασίας

ΓΡΑΦΗΜΑ 7 :Η δυνατότητα χρονικής αναμονής


3.2.Η δυνατότητα χρονικής αναμονής
Η οικογένεια λειτουργώντας ως εναλλακτική πηγή επιβίωσης προσφέρει στα άνεργα μέλη της τα χρονικά περιθώρια μη ασκώντας πίεση για άμεση ανάληψη εργασίας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το γράφημα 7, όσον αφορά τους άγαμους ανέργους, οι γονείς αφήνουν χρονικά περιθώρια σε ποσοστά που υπερβαίνουν το 90%, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις ανάλογα την κοινωνική προέλευση των ανέργων.
3.3 Η συμβολή της οικογένειας στην ανεύρεση εργασίας
Από την μέχρι τώρα διαπραγμάτευση αναδεικνύεται η καταλυτική παρέμβαση της οικογένειας στη συντήρηση των ανέργων. Εν τούτοις η εικόνα είναι τελείως διαφορετική όσον αφορά την συμβολή της οικογένειας στην ανεύρεση εργασίας.
ΓΡΑΦΗΜΑ 8 :Τρόποι ανεύρεσης εργασίας

Συγκεκριμένα από το γράφημα 8 διαπιστώνεται ότι παρά το γεγονός ότι η βασική στρατηγική των ανέργων για εργασιακή ένταξη αναπτύσσεται μέσω των άτυπων
δικτύων, εν τούτοις οι λεγόμενοι ασθενείς δεσμοί που εκφράζονται μέσω των φιλικών σχέσεων, υπερτερούν των ισχυρών (οικογενειακών) δεσμών. Το ερώτημα εάν υπερισχύουν οι ισχυροί έναντι των ασθενών δεσμών είναι αντικείμενο ευρείας επιστημονικής συζήτησης. (δες σχετικά T. Moon, 2003, σελ. 868-898). Οι άνεργοι μπορεί να χρησιμοποιούν την οικογένεια ως χώρο επιβίωσης και εργαλείο ανεύρεσης εργασίας αλλά εν τέλει η εργασιακή ένταξη πραγματοποιείται συνήθως μέσω άλλων καναλιών.
3. Συμπεράσματα
Το πλαίσιο στο οποίο στρέψαμε την ερευνητική μας προσπάθεια, που το χαρακτηρίζει μεταξύ των άλλων η υψηλή ανεργία και η έντονη εργασιακή ανασφάλεια, επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η οικογένεια εξακολουθεί να διατηρεί τους ισχυρούς δεσμούς της.
Οι άνεργοι δεν είναι μόνοι, δεν προσέρχονται ως μονάδες, στον ωκεανό του ανταγωνισμού και της αγοράς εργασίας. Εντασσόμενοι σε οικογένειες, τις οποίες χρησιμοποιούν ως προστατευτική ασπίδα, ως εναλλακτική πηγή επιβίωσης, ως προνοιακό μηχανισμό, λειαίνουν ή απαλύνουν τη σωφρονιστική δύναμη της αγοράς, αποτρέπουν την υλική και κοινωνική εξαθλίωση ενώ αποκτούν παράλληλα κάποιες δυνατότητες διαμόρφωσης εργασιακών επιλογών.
Βεβαίως οι άνεργοι προσερχόμενοι στην αγορά εργασίας για να υπογράψουν ένα συμβόλαιο εργασίας, φέρουν εκτός από την προστατευτική ασπίδα της οικογένειας και τα διακριτικά σήματα τα οποία χαρακτηρίζουν την κοινωνική της θέση, σήματα τα οποία επιβεβαιώνουν το οικονομικό, πολιτισμικό και κοινωνικό της κεφάλαιο και τα οποία αναγνωρίζονται και εξαργυρώνονται με διαφορετικό τρόπο στην αγορά εργασίας. Οι άνεργοι επομένως, εκτός του ότι δεν είναι μόνοι, δεν είναι και ίδιοι, δεν έχουν το ίδιο σημείο αφετηρίας, δεν έχουν την ίδια αίσθηση του παιχνιδιού.
Αποτελεί, επομένως, ερώτημα και αντικείμενο πρόσθετης έρευνας, το εάν η παρουσία της οικογένειας ως εναλλακτική πηγή επιβίωσης, συνεπάγεται και επιτυχή ένταξη στην αγορά εργασίας πόσο μάλλον κοινωνική ανέλιξη. Οικογένειες με ανώτερη κοινωνική θέση έχουν σαφώς μεγαλύτερη ευχέρεια στη διατύπωση και στην υλοποίηση στρατηγικών εξασφάλισης και ανέλιξης, σε αντίθεση με τις οικογένειες κατώτερης κοινωνικής θέσης, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις αδυνατούν να αναμετατρέψουν την μετά από θυσίες απόκτηση ενός είδους κεφαλαίου, π.χ. ένα τίτλο σπουδών, σε οικονομικό κεφάλαιο, οδηγούμενες σε κοινωνική καθήλωση, υπό την έννοια ότι το μέρος του εισοδήματος το οποίο διαθέτουν για την επιβίωση και την ανέλιξη των γόνων τους θα μπορούσε να διατεθεί για την ενίσχυση της κοινωνικής της θέσης.
Η καταλυτική παρουσία της οικογένειας στη συντήρηση των ανέργων δείχνει ότι η αγορά εργασίας δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσει υπό συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού όπως επιτάσσει η νεοκλασική νεοφιλελεύθερη λογική. Διότι ακόμη και εάν οι άνεργοι προσέρχονται στη διαπραγμάτευση με τον εργοδότη χωρίς τις αγκυλώσεις και τον προστατευτικό μανδύα του κράτους και των εργατικών ενώσεων, το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης θα εξαρτάται και από την διαπραγματευτική ισχύ που προσφέρει η κοινωνική θέση της οικογένειας και η οποία είναι μεγαλύτερη για αυτές που βρίσκονται υψηλότερα στον κοινωνικό χώρο. Η ευελιξία, επομένως, η οποία προβάλλεται ως πανάκεια, προσκρούει εξ αντικειμένου στην παρουσία της οικογένειας, και στρέφεται όχι σε βάρος όλων των υποψηφίων εργαζομένων αλλά κυρίως κατ’ αυτών που έχουν κατώτερη κοινωνική καταγωγή.
Εν τέλει,η παρουσία της οικογένειας είναι σημαντική όχι μόνον για την λειτουργία της αγοράς εργασίας αλλά και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής διότι μέσω της συντήρησης των ανέργων εξασφαλίζεται η απαραίτητη εργατική δύναμη, απορροφώνται οι κοινωνικές εντάσεις ενώ παράλληλα διατηρείται η κοινωνική αναπαραγωγή.
4. Βιβλιογραφία
1. Δ. Γράβαρης, (1991), «Πολιτικές απασχόλησης και ο ρόλος του κράτους στην αγορά εργασίας», Τόπος, τευχος 3, σελ. 3-36
2. Α. Δεδουσόπουλος, (1998),Πολιτική οικονομία της αγοράς εργασίας: Τόμος πρώτος, Η προσφορά εργασίας, εκδ. Δάρδανός
3. Α. Δεδουσόπουλος, (2000), Η κρίση στην αγορά εργασίας: Ρύθμιση- Ευελιξ’ιες- Απορρύθμιση. Τόμος πρώτος: Θεωρίες ανεργίας, Τυπωθύτω-Δάρδανος
4. Σ. Ιωαννίδης, (1995), Σύγχρονες θεωρίες για την φύση της επιχείρησης, εκδ. Παπαζήσης
5.Τζ. Καβουνίδου, (1996), Οικογένεια και εργασία στην Αθήνα, Εκδ. Σάκκουλα
6. Κ. Καστοριάδης (1991), Τα σταυροδρόμια του λαβύρινθου, εκδ. Υψιλον
7. Γ. Λεχουρίτης- Δ. Κατσορίδας, (2002), «Οι ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις της ανεργίας. Η φθοροποιός διαδικασία», Τετράδια ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, τεύχος 22-23, σελ. 105-118
8. Λ. Μαράτου, Β. Παπλιάκου, Α.Α. Χατζηγιάννη, (1995), «Κοινωνικά δίκτυα στον αστικό χώρο: Κοινωνικότητα, αλληλοβοήθεια, εργασία», Επιθεώρηση κοινωνικών ερευνών, τεύχος 88, σελ. 172-211
9. Κ. Μαρξ (1963), Το κεφάλαιο, τόμος πρώτος, εκδ. Σύγχρονη εποχή
10. Π. Πιζάνιας (1993), Οι φτωχοί των πόλεων. Η τεχνογνωσία της επιβίωσης στην Ελλάδα τον μεσοπόλεμο, Εκδ. Θεμέλιο
11. G. Becker, (1981), Treatise on family, Cabridge Mass: Harvard University Press
12. M. Granovetter (1973), “The strength of weak ties”, American journal of sociology vol. 78, no 6
13. T. Moon,(223), “Social capital and finding a job: Do condacts matter?”, American Sociological Review, vol.68, Dec. p.p. 868-898
14. L. Morris (1983), “Redudancy and paterns of household finance”, Sociological review, 32, 3: 492-523
15. C. Offe, (1993), Η κοινωνία της εργασίας; εκδ. Νήσος
16. K. Polanyi (1957), The Greate transfotmation, Baecon press
17. H. Yoyng and P. Wilmott(1975), Family and kinship in east London. Penguin books
18. M. Rozenzweig, K. Wolpin (1993), “International support and life-cykle income of young men and their parents: Human capital investments, coresidence and international financial tranfers”, Journal of labor economics, vol.11.no 1
[1] Δρ. Παναγιώτης Ν. Σούλιος, Επιστημονικός συνεργάτης ΤΕΙ Μεσολογγίου, τμήμα ΕΠΔΟ, ΔΙΚΣΕΟ
[2] Ο Μπουκουβάλας Κωνσταντίνος είναι αναλυτής δεδομένων του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ
[3] Π. Ν. Σούλιος, 2006, “Οικογένεια και άνεργοι. Η παρέμβαση της οικογένειας στην συντήρηση των ανέργων και οι επιπτώσεις στην διαμόρφωση των εργασιακών τους επιλογών”, Διδ. Διατριβή, Πάντειο
[4] Για μία συνοπτική παρουσίαση και κριτική αποτίμηση δες Π. Ν. Σούλιος ο.π. σελ. 33