|
ΚΕΚ/ΙΝΕ - ΓΣΕΕ 2009 - 2012 © copyright. All rights reserved | Created by ΙΝΕ GSEE |
Οι εξελίξεις του 2011 επιβεβαιώνουν και ενισχύουν τις αναλύσεις, τα συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσης για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση του έτους 2010 καθώς και τις προτάσεις της ΓΣΕΕ για την κατεύθυνση της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που θα έπρεπε να ακολουθήσει η Ελλάδα, προκειμένου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις εξόδου από την κρίση της ελληνικής οικονομίας.
Η σημερινή διεθνής οικονομική κρίση και ύφεση ξεκίνησε ως κρίση ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου (χρηματοπιστωτική), μετεξελίχθηκε διεθνώς σε κρίση της πραγματικής οικονομίας (οικονομική κρίση και ύφεση) και εξελίσσεται σε κρίση απασχόλησης με την αρνητική τάση της ανεργίας η οποία διεθνώς (8,6% - 47 εκατ. άτομα στις 31 χώρες μέλη του ΟΟΣΑ, Μάιος 2010) αλλά και στην Ευρώπη και την Ελλάδα θα φθάσει κατά το 2010 και το 2011 (12% και 13,2% αντίστοιχα Ευρωπαϊκή Επιτροπή) στα υψηλότερα επίπεδα της μεταπολιτευτικής περιόδου (12%, 2010) όσο δηλαδή το 1999 και 13,2% 2011) και 12,1% 2010 και 14,3% 2011 (ΟΟΣΑ, 2010), δηλαδή στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας πεντηκονταετίας.
Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση απειλεί σε διεθνές επίπεδο την πραγματική οικονομία (ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα, εισόδημα, απασχόληση, κλπ.) και προκλήθηκε από την ανεξέλεγκτη και υψηλού επιπέδου χορήγηση δανείων και «τοξικών» τοποθετήσεων υψηλού κινδύνου, από μέρους των τραπεζών, προκειμένου να δημιουργήσουν προϋποθέσεις υψηλής, εντατικής και αδιαφανούς κερδοφορίας και κερδοσκοπίας.
Οι δυσμενείς διεθνείς οικονομικές εξελίξεις που χαρακτηρίζονται κυρίως από την αύξηση των τιμών του πετρελαίου, των πρώτων υλών και των τροφίμων, την χρηματοπιστωτική κρίση, την σημαντική αύξηση των τιμών και του πληθωρισμού καθώς και την μείωση της παραγωγικότητας και της βιομηχανικής παραγωγής, επηρέασαν αρνητικά τον ρυθμό μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας κατά το 2007-2008, επιβεβαιώνοντας αφενός την πορεία επιβράδυνσης της που είχε ως σημείο εκκίνησης το τέλος των Ολυμπιακών Αγώνων και αφετέρου την πρόβλεψη (2004) του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ για την επιδείνωση της επιβράδυνσης της κατά το 2008.
Κατά την διετία 2005-2006 η ελληνική οικονομία διατηρεί τους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ σε υψηλά επίπεδα, πλην όμως, η συνέχιση της οικονομικής μεγέθυνσης βασίζεται κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση και στην ανάπτυξη του οικοδομικού τομέα χάρη στην σημαντική επέκταση του δανεισμού των νοικοκυριών. Πράγματι, το χρέος επιχειρήσεων και νοικοκυριών στην Ελλάδα στο τέλος Απριλίου 2007, προσέγγισε τα 185, 046 δις.
Η μείωση του ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ (3,5% αύξηση το 2005 έναντι 4,7% το 2003-2004) και της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι σε διεθνή σύγκριση τα επίπεδά της εμφανίζουν θετικές επιδόσεις, εντούτοις συμβάλλουν στη μείωση της διαφοράς του ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ μεταξύ της Ελλάδας και της Ε.Ε.-15 από 3 εκατοστιαίες μονάδες ετησίως σε 1,5 εκατοστιαία μονάδα.
Ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ στην Ελλάδα υπερέχει του αντίστοιχου μέσου ρυθμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 15 κρατών-μελών ακόμη και κατά το τρέχον έτος. Η επιβράδυνση του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, η οποία πραγματοποιήθηκε από το 1974 μέχρι τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980, έχει οδηγήσει τον ρυθμό μεγέθυνσης του προϊόντος σε μακροχρόνια σταθερότητα στο επίπεδο του 2% ετησίως.
Η οικονομική πολιτική, κατά την τελευταία δεκαετία, στην Ελλάδα απέβλεπε στη μεταφορά των νέων τεχνολογιών στην παραγωγή, στην ανάπτυξη δικτύων και υποδομών, στην αύξηση της ενεργού ζήτησης με μεγάλα δημόσια έργα και έργα που συνδέονταν με την προετοιμασία των Ολυμπιακών αγώνων, στην αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μισθών, στην αύξηση της απασχόλησης και στην μείωση των επιτοκίων.
Η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα νέα δέκα κράτη-μέλη αποτελεί νέα πρόκληση για την ελληνική οικονομία αλλά και επιλογή μακράς πνοής για την Ευρώπη, η οποία όμως απαιτείται να είναι πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά συντεταγμένη, προκειμένου να μη θέσει σε κίνδυνο το κοινωνικό κεκτημένο και το ευρωπαϊκό μοντέλο υπονομεύοντας την αλληλεγγύη και την συνοχή στο εσωτερικό της Ένωσης, με τη δημιουργία συνθηκών κοινωνικού ντάμπινγκ και ανισοτήτων μεταξύ των κρατών-μελών.
Η ένταξη της ελληνικής οικονομίας στην ζώνη του ευρώ το 2002, χαρακτηρίζεται από θετικές επιδόσεις, με εξαίρεση την ανεργία και το εμπορικό ισοζύγιο.
Οι θετικές επιδόσεις της οικονομίας (ταχεία μεγέθυνση του ΑΕΠ και των επενδύσεων, άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας) έρχονται σε αντίθεση με τις παρατηρούμενες εισοδηματικές και κοινωνικές ανισότητες.