|
ΙΝΕ - ΓΣΕΕ 2009 - 2012 © copyright. All rights reserved | Created by ΙΝΕ GSEE |
Η διεθνής χρηµατο-πιστωτική κρίση που απειλεί να πλήξει σε διεθνές επίπεδο την πραγµατική οικονοµία (ανάπτυξη, εισόδηµα, απασχόληση, κλπ.) αποτελεί το αντικείµενο κατανόησης αναλυτών, διεθνών οργανισµών και διεθνών συναντήσεων αλλά και επινόησης πολιτικών και τρόπων αντιµετώπισής της. Τα συνδικάτα σηµειώνουν ότι ο κεντρικός προσανατολισµός των αναλύσεων και
των αποφάσεων των διεθνών συναντήσεων εστιάζεται κυρίως στην «αποκατάσταση των σφαλµάτων και στην διόρθωση κάποιων συµπεριφορών του διεθνούς χρηµατο-πιστωτικού συστήµατος», το οποίο χωρίς ρυθµίσεις, ελέγχους, εποπτεία και συντονισµό, µε την επικράτηση «χαλαρών οικονοµικών και κανονιστικών πολιτικών επέτρεψε στην παγκόσµια οικονοµία να υπερβεί τα όρια ταχύτητάς της».
Οι εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα ακολουθούν τη γενικότερη πορεία απορρύθµισης της εργασίας και του κοινωνικού κράτους στον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο. Σε µια συγκυρία που στην Ευρώπη οι εργασιακές σχέσεις υπηρετούν τις πολιτικές ανταγωνιστικότητας και απασχόλησης µε άξονα την µείωση και συµπίεση του εργασιακού κόστους, στην Ελλάδα έχοντας από παράδοση υιοθετηθεί ένα παραγωγικό µοντέλο που στηρίζεται στο χαµηλό κόστος εργασίας (χαµηλές αµοιβές, παράνοµη και νόµιµη ευελιξία) ενισχύεται αυτή η παράδοση που οδηγεί στην περαιτέρω υποβάθµιση των εργασιακών σχέσεων. Σήµερα γίνεται επιτακτική η ανάγκη για ένα εναλλακτικό παραγωγικό µοντέλο στο οποίο οι ποιοτικοί παράγοντες που βρίσκονταν ανέκαθεν στο περιθώριο των κυρίαρχων επιλογών (π.χ. καινοτοµία, νέες τεχνολογίες, κατάρτιση εργαζοµένων, οργανωτικός εκσυγχρονισµός των επιχειρήσεων) θα βρίσκονται στο προσκήνιο, και η αναβάθµιση της εργασίας θα αποτελεί βασικό παράγοντα αυξηµένης παραγωγικότητας µε την οικονοµική και κοινωνική της διάσταση.
Στην Αθήνα σήμερα 18 Μαΐου 1998 οι υπογράφοντες: α) Ιάσων Στράτος, Πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών και εκπρόσωπος αυτού, β) Γεώργιος Κανελλόπουλος, Πρόεδρος και Γεώργιος Μότσος, Γενικός Γραμματέας της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών, Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδας και εκπρόσωποι αυτής, γ) Χρήστος Φώλιας, Πρόεδρος και Διονύσιος Λοτσάρης, Γενικός Γραμματέας της Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου και εκπρόσωποι αυτής και αφετέρου Χρήστος Πολυζωγόπουλος, Πρόεδρος και Γιάννης Μανώλης, Γενικός Γραμματέας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας και Εκπρόσωποι αυτής, όλοι νόμιμα εξουσιοδοτημένοι για την υπογραφή της παρούσας Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, με αίσθημα ευθύνης για τις οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις συνεφώνησαν τα ακόλουθα:
Ο δείκτης τιμών καταναλωτή αναφέρεται σε ένα καλάθι αγαθών και υπηρεσιών στου οποίου την σύνθεση συμμετέχουν εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα και εισαγόμενα. Ως εκ τούτου, ο δείκτης είναι ένας σταθμισμένος μέσος όρος που επηρεάζεται αφενός μεν από τις τιμές των εισαγομένων προϊόντων, αφετέρου δε από τις τιμές των εγχωρίως παραγομένων. Όσο μεγαλύτερη είναι η διείσδυση των εισαγωγών στην εγχώρια αγορά, τόσο μεγαλύτερο βάρος αποκτούν οι μεταβολές των τιμών των εισαγόμενων προϊόντων στην διαμόρφωση του δείκτη τιμών καταναλωτή.
Επομένως, όσο φθηνότερες γίνονται οι τιμές των εισαγομένων, τόσο επιβραδύνονται οι τιμές καταναλωτή. Όταν η συναλλαγματική ισοτιμία της δραχμής διατηρείται σταθερή, τότε, η μείωση του πληθωρισμού στις άλλες χώρες του ΟΟΣΑ καθιστά φθηνότερα τα εισαγόμενα καταναλωτικά αγαθά και έχει ευνοϊκά αποτελέσματα επί του δείκτη τιμών καταναλωτή (πολύ περισσότερο που οι τιμές εξαγωγών των χωρών του ΟΟΣΑ σε εθνικό νόμισμα αυξάνονται, εάν αυξάνονται, με ρυθμούς μικρότερους από τον πληθωρισμό στις εν λόγω χώρες).
Με αφορμή την πρόσφατη έκδοση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Growth and Employment in the Stability-Oriented Framework of EMU, δόθηκαν στην δημοσιότητα πίνακες στοιχείων για την κατάσταση της αγοράς εργασίας στις χώρες μέλη της ΕΕ. Οι πίνακες αυτοί περιλαμβάνονται ως παράρτημα στην παραπάνω έκδοση. Τα στοιχεία αναφέρονται στην περίοδο 1985-1996, καθώς το 1996 είναι το πιο πρόσφατο έτος για το οποίο υπάρχουν στοιχεία από όλες τις χώρες. Ειδικά για το ποσοστό ανεργίας, όμως, τα στοιχεία αναφέρονται στο έτος 1997.